|
Γερμανικό φινάλε επιφύλαξε για 2η συνεχόμενη χρονιά το Παγκόσμιο Κύπελλο σπάθης Ανδρών «25ο Ακρόπολις».
Μετά, δηλαδή, τον (3 φορές νικητή της διοργάνωσης) Νίκολας Λίμπαχ (δεν ήρθε λόγω τραυματισμού), θριαμβευτής από την Αθήνα έφυγε ο συμπατριώτης του Μπενεντίκ Μπαϊσάιμ, ο οποίος έπειτα από ένα συναρπαστικό τελικό, με πολλές διακυμάνσεις στο σκορ, επικράτησε σήμερα (Κυριακή) του Ρώσου Βενιαμίν Ρετσέτνικοφ (15/12). Την 3η θέση μοιράστηκαν οι πολύ εμπειρότεροι Ούγγροι, Ζόλτ Νέμτσικ και Τάμας Ντέτσε.
Ο 23χρονος Γερμανός, που μετρούσε μέχρι τώρα σημαντικότερο τίτλο στο ενεργητικό του το Παγκόσμιο Πρωτάθλημα Νέων 2007, έδειξε με την εμφάνισή του ότι δικαίως θεωρείται ανερχόμενο ταλέντο στο διεθνή χώρο του αθλήματος. Ο Μπαϊσάιμ (μόλις Νο 40 στον κόσμο) έφτασε στα ημιτελικά ύστερα από 3 διαδοχικές νίκες «νοκ άουτ». Εκεί απέκλεισε τον Ούγγρο ολυμπιονίκη και παγκόσμιο πρωταθλητή Νέμτσικ (15/7), για να πάρει έτσι το εισιτήριο για τον τελικό μαζί με τον Ρώσο, Ρετσέτνικοφ (νικητής στον άλλο ημιτελικό του Ντέτσι 15/14).
Η ελληνική ομάδα ήταν και αυτή τη φορά η νεανικότερη της διοργάνωσης. Στην ψηλότερη θέση (44ος) κατατάχθηκε ο 22χρονος πρωταθλητής μας Γιώργος Τσουρούτας, ο οποίος αν και ηττήθηκε σήμερα (Κυριακή) στη «φάση για τους 32» από τον Ρώσο, Ζανίν (6/15), ήταν ο μόνος που κέρδισε βαθμούς για την παγκόσμια κατάταξη. Πιο πίσω βρέθηκαν οι Γιώργος Αθανασόπουλος (67ος), Ιάσων Αθανασιάδης (80ος) και Βαγγέλης Σαρρής (81ος).
Στους τελικούς του «25ου Ακρόπολις» παραβρέθηκε ο γ.γ.Α, Παναγιώτης Μπιτσαξής. Αυτή ήταν, μάλιστα, η παρθενική παρουσία του σε διεθνή διοργάνωση αφότου ανέλαβε υπεύθυνος για τα αθλητικά πράγματα στη χώρα μας. Παρόντες ήταν επίσης ο αντινομάρχης Αθηνών, Ανδρέας Πολυζωγόπουλος (εκπρόσωπος του νομάρχη Γ. Σγουρού) στελέχη της διοίκησης του ΟΑΚΑ (Μαρία Ζαφειροπούλου, Μάκης Τσολακίδης), ενώ τους αγώνες νοκ-άουτ παρακολούθησε ο Πρόεδρος της Ε.Ο.Ε, Σπύρος Καπράλος.
Ο απολογισμός μας από το «Ακρόπολις 2010» άφησε γενικά ικανοποιημένο το Ρουμάνο ομοσπονδιακό προπονητή, Γκαμπριέλ Ντούτσια, ο οποίος πιστεύει πολύ στις δυνατότητες των νέων παιδιών. Εκτιμά βασικά ότι «έδωσαν και με το παραπάνω αυτό που μπορούσαν». Από την άλλη, άλλωστε, σημειώνει ότι «η παρουσία μας ήταν σαφώς και ζήτημα απειρίας» από τη στιγμή που τα περισσότερα παιδιά μας ανήκουν στις νεανικές κατηγορίες. |